CNBC: H Αθήνα θέλει να δείξει ότι η λιτότητα τέλειωσε

CNBC: H Αθήνα θέλει να δείξει ότι η λιτότητα τέλειωσε

Μια εκτεταμένη ανάλυση για την οικονομία της Ευρώπης και για το αν η λιτότητα έχει τελειώσει κάνει το αμερικανικό δίκτυο CNBC εστιάζοντας και στην περίπτωση της Ελλάδας. «Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη μέχρι τον Αύγουστο να εφαρμόζει πολιτικές υπαγορευμένες από τους πιστωτές. Τώρα πλέον που η χώρα δεν υπόκειται σε πρόγραμμα στήριξης, η Αθήνα θέλει να δείξει και αυτή ότι η λιτότητα τελείωσε, πολύ περισσότερο αφού το 2019 επίκεινται εκλογές», γράφει το αμερικανικό δίκτυο CNBC στην ηλεκτρονική του έκδοση σε άρθρο για τη λιτότητα στην Ευρώπη.

«Υπήρξε μια περίοδος που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν μπορούσαν να αρθρώσουν έστω μια δήλωση περί δημοσιονομικής πολιτικής χωρίς να αναφέρουν την λέξη “λιτότητα”. Τώρα πλέον η έννοια αυτή φαίνεται να έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη δημόσια συζήτηση. Έχει όντως τελειώσει η εποχή της λιτότητας και πέτυχαν οι περιοριστικές πολιτικές όσα υποτίθεται ότι σκόπευαν να πετύχουν;»

Η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ελλάδα και η Ιταλία, χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση χρέους, ήδη χαλαρώνουν την οικονομική πολιτική τους. Οι εκλογές του 2015 στην Πορτογαλία ανέδειξαν σοσιαλιστική κυβέρνηση που είχε στόχο της τον τερματισμό της λιτότητας. Ο κατώτατος μισθός αυξάνεται κάθε χρόνο και τον επόμενο πρόκειται να σπάσει το φράγμα των 600 ευρώ, ενώ το 2014 ήταν 485 ευρώ τον μήνα. Στο σχέδιο του προϋπολογισμού της Ισπανίας τίθεται στόχος για αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 22%, η μεγαλύτερη εδώ και 40 χρόνια, σύμφωνα με την εφημερίδα El Pais.

«Η λιτότητα τελείωσε», ήταν τα λόγια της Βρετανίδας πρωθυπουργού, Τερέζα Μέι, στο ετήσιο συνέδριο των Συντηρητικών τον Οκτώβριο. Το πρόγραμμα λιτότητας της Βρετανίας επέφερε δραματικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και στις δημόσιες υπηρεσίες, ενώ αυξήθηκε η φορολογία με την ελπίδα να μειωθεί το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Τα μέτρα έπληξαν σκληρά τα τοπικά συμβούλια, πολλά από τα οποία παρουσίασαν χρηματοδοτικά κενά. Δέκα χρόνια μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης τα μέτρα λιτότητας φαίνεται να τελείωσαν και στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς ένα κύμα λαϊκιστών πολιτικών εισέβαλε σαρωτικά στρέφοντας την κοινή γνώμη εναντίον των συστημικών κομμάτων και των αντιδημοφιλών προγραμμάτων τους.

Η αντισυστημική κυβέρνηση της Ρώμης έχει ρίξει το γάντι στην ΕΕ με μέτρα που θα αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες για να υλοποιηθούν οι μεγάλες προεκλογικές δεσμεύσεις. Με τον ρυθμό ανάπτυξης να κινείται κατά το δεύτερο τρίμηνο στο ικανοποιητικό 2,1%, η Ευρώπη φαίνεται να είναι σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση από όσο μια δεκαετία πριν και οι κυβερνήσεις δαπανούν ανάλογα. «Έχουμε μπει σε μια ξεκάθαρη φάση ανάκαμψης και η δημοσιονομική κατάσταση είναι πολύ σταθερότερη. Αυτό δεν είναι απαραίτητα το αποτέλεσμα των αυστηρών μέτρων λιτότητας, όμως η πρόσφατη βελτιωμένη ανάπτυξη σημαίνει πως οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν μεγάλες δημοσιονομικές πιέσεις», δήλωσε στο CNBC ο Πολ Ντόνοβαν, επικεφαλής οικονομολόγος της UBS Global Wealth Management.

Η αντίσταση στις αχαλίνωτες δημοσιονομικές δαπάνες έρχεται παραδοσιακά από την Γερμανία, όπου τυχόν χαλάρωση των περιορισμών θα συμβεί κατά λάθος και όχι κατόπιν σχεδίου, όταν αποχωρήσει η Μέρκελ το 2021. Για καλό ή για κακό, η λιτότητα θα είναι μια από τις παρακαταθήκες της καγκελαρίου, είτε της αρέσει είτε όχι και η επιμονή της χώρας στον περιορισμό των δαπανών έχει επισύρει ευρύτατες επικρίσεις. Ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν έφτασε στο σημείο να κατηγορήσει τη Γερμανία για «δημοσιονομικό φετιχισμό».

Ο Μακρόν πάντως δεν είναι ο πρώτος που επέκρινε τη γερμανική εμμονή, αφού αυξάνεται ο αριθμός των Γερμανών, αλλά και επιχειρήσεων, που θεωρούν ότι το γερμανικό πλεόνασμα είναι «τοξικό» και χρειάζεται αύξηση των δαπανών για υποδομές. Με την αποχώρηση της Μέρκελ θα αποδυναμωθεί ο ρόλος της Γερμανίας ως θεματοφύλακα της λιτότητας στην Ευρώπη. Το Βερολίνο επαίρεται για το πλεόνασμα του προϋπολογισμού και είναι μάλλον απίθανο να μεταβάλει δραματικά την πολιτική του στο άμεσο μέλλον, αν το κάνει όμως θα αλλάξει πλήρως το σκηνικό στην Ευρώπη.

Πολλοί Γερμανοί είχαν την αίσθηση ότι τα μέτρα λιτότητας ήταν ένα απαραίτητο τονωτικό για τις χώρες του Νότου, επειδή είχαν διαχειριστεί ανεπαρκώς τα δημοσιονομικά τους (ένας τέτοιος ήταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, επονομαζόμενος και “αρχιτέκτονας της λιτότητας”, που είχε επανειλημμένα πει στην Ελλάδα να μην κατηγορεί άλλους για τα προβλήματά της). Άλλοι όμως, όπως ο πρώην αντικαγκελάριος Ζιγκμαρ Γκάμπριελ, υποστήριζαν ότι τα μέτρα λιτότητας οδηγούσαν την ΕΕ στο χείλος της κατάρρευσης. Με την άνοδο των λαϊκιστών στη Γερμανία και αλλού, και με τις πολιτικές διαφορές να απειλούν τον κυβερνητικό της συνασπισμό, η Μέρκελ πρέπει να αποφασίσει αν θα εξακολουθήσει να υποστηρίζει την λιτότητα ή αν θα την εγκαταλείψει ευγενικά.

«Καλώς ή κακώς, η λιτότητα τερματίστηκε. Σε περιπτώσεις όπως αυτή της Γερμανίας, η πολιτική των δημοσιονομικών κινήτρων απέδωσε, χάρη στις εξαιρετικά ευνοϊκές οικονομικές περιστάσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην Ιταλία, η απομάκρυνση από τις συνετές πολιτικές, που είχε ήδη αρχίσει από το 2016, είναι πρόωρη», δήλωσε στο CNBC o Φλόριαν Χάνσε, οικονομολόγος της Berenberg. Ένας μείζων – και ίσως ο τελευταίος – προμαχώνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην Ευρώπη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Έχει την αρμοδιότητα να «τιμωρεί» χώρες που παραβιάζουν τους δημοσιονομικούς κανόνες, ωστόσο πολύ συχνά η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Πολλές σημαντικές οικονομικά χώρες υπερβαίνουν τα όρια του Συμφώνου Σταθερότητας. Ακόμη και η Γερμανία είχε χρέος 61,5% του ΑΕΠ κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2018, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό της Γαλλίας είναι 99,1% και της Ιταλίας 133,1%. Εν μέρει, το πρόβλημα με την αύξηση των δαπανών είναι ότι διογκώνει το δημόσιο χρέος, κάνοντας τις χώρες ευάλωτες σε μελλοντικούς κλυδωνισμούς και χρεοκοπίες. Στην Ευρώπη, κάποιες χώρες είναι περισσότερο ευάλωτες από άλλες, προειδοποιούν οικονομολόγοι.

«Εξελισσόμαστε. Ζούμε σε ένα κυκλικό περιβάλλον όπου οι κυβερνήσεις διαθέτουν περισσότερο χώρο να κινηθούν, όμως ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ πρέπει να μειώνεται και οι ευρωπαϊκές οικονομίες τρέχουν με διαφορετικές ταχύτητες», σημειώνει ο Πολ Ντόνοβαν. Η μη επιβολή κυρώσεων από την Επιτροπή δεν ενισχύει την αξιοπιστία και έχει ενδεχομένως ενθαρρύνει ορισμένες κυβερνήσεις να προτιμούν να καλοπιάνουν τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους παρά να συμμορφώνονται με έναν αντιδημοφιλή γραφειοκρατικό θεσμό των Βρυξελλών.

Μια κυβέρνηση που φαίνεται να βρίσκεται σε επαναστατική διάθεση είναι η ιταλική. Οι άκαρπες εκλογές του Μαρτίου είχαν ως αποτέλεσμα την αποχώρηση της παλιάς φρουράς προς όφελος δύο νεοφανών, λαϊκιστικών κομμάτων που υποσχέθηκαν να πετάξουν την λιτότητα από το παράθυρο. Η ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση συνασπισμού απαρτιζόμενη από τη Λέγκα του Βορρά και το Κίνημα των 5 Αστέρων υπέβαλε σχέδιο προϋπολογισμού που αναιρεί δυσάρεστα μέτρα λιτότητας και μεταρρυθμίσεις, αλλά και “σοκαριστικές” προτάσεις όπως η καθιέρωση ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Εξοργισμένη, η Κομισιόν απέρριψε το σχέδιο, όμως η κυβέρνηση φαίνεται αμετακίνητη, με τον αντιπρόεδρο Ματέο Σαλβίνι να απειλεί να ανατρέψει τις «αναγκαστικές» πολιτικές της ΕΕ, με αποτέλεσμα την αντιπαράθεση με τις Βρυξέλλες.

«Είμαστε μάρτυρες προεκλογικών υποσχέσεων που προσπαθούν να κεφαλαιοποιήσουν από την αίσθηση ανισότητας και την απουσία μισθολογικών αυξήσεων. Πρακτικά ωστόσο, πολλές από αυτές τις πολιτικές δεν είναι παρά εύκολες λύσεις που δεν αποδίδουν μεσοπρόθεσμα. Αντίθετα, μπορεί να προκαλέσουν περισσότερα προβλήματα, μεγαλύτερο χρέος και υψηλότερο πληθωρισμό. Είναι παραγωγικότερο να γίνουν επενδύσεις στην παραγωγικότητα μέσω της εκπαίδευσης, των υποδομών και της έρευνας, αλλά οι πολιτικοί δεν έχουν την διάθεση για μεταρρυθμίσεις, θέλουν να πουλάνε επαναστάσεις», σημείωσε ο Αλμπέρτο Γκάλο της Algebris Investments.

NO COMMENTS

Leave a Reply