Οι παγίδες που κρύβει η «προσφορά» Σόιμπλε

Οι παγίδες που κρύβει η «προσφορά» Σόιμπλε

Ο κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στη συνέντευξή του στη Suddeutsche Zeitung δήλωσε πως εάν το ΔΝΤ αποχωρήσει από το πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα, τότε θα πρέπει αυτό να εγκριθεί εκ νέου από το γερμανικό Κοινοβούλιο. Ο κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στη συνέντευξή του στη Suddeutsche Zeitung δήλωσε πως εάν το ΔΝΤ αποχωρήσει από το πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα, τότε θα πρέπει αυτό να εγκριθεί εκ νέου από το γερμανικό Κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση προσδοκούσε ότι την Πέμπτη, στο Euroworking Group, θα μπορούσε να πάρει τουλάχιστον μια ημερομηνία επιστροφής της τρόικας, που θα δημιουργούσε προϋποθέσεις για ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, έως το Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου. Αντ’ αυτού είδε να της προσφέρεται από το Βερολίνο ως εναλλακτική μια ακόμη μεγαλύτερη περίοδος αβεβαιότητας, στην περίπτωση που αποχωρήσει το ΔΝΤ από το πρόγραμμα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Γερμανός εκπρόσωπος στο EWG είπε όσα περίπου και ο κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στη συνέντευξή του στη Suddeutsche Zeitung. Οτι δηλαδή εάν το ΔΝΤ αποχωρήσει από το πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα, τότε θα πρέπει αυτό να εγκριθεί εκ νέου από το γερμανικό Κοινοβούλιο. Πότε και με ποιους όρους παραμένει αδιευκρίνιστο. Μια τέτοια μείζων αλλαγή του προγράμματος δεν θα χρειαστεί μόνο την έγκριση του γερμανικού, αλλά και άλλων ευρωπαϊκών Κοινοβουλίων, μεταξύ αυτών και του ολλανδικού. Ωστόσο, στην Ολλανδία θα διεξαχθούν εκλογές στις 15 Μαρτίου και η σημερινή κυβέρνηση Ρούτε δεν πρόκειται να πάει τέτοιο θέμα στη Βουλή έως τότε. Αρα θα είναι κάτι που κατά πάσα πιθανότητα θα το χειριστεί η επόμενη Βουλή και η επόμενη κυβέρνηση, η οποία θα χρειαστεί αρκετό καιρό για να σχηματισθεί. Ουσιαστικά, μια τέτοια απόφαση δεν πρόκειται να ληφθεί από την Ευρωζώνη πριν από τον Απρίλιο ή τον Μάιο. Αυτό σημαίνει μια μακρά περίοδο αβεβαιότητας με προφανείς επιπτώσεις στο οικονομικό κλίμα, που θα υπονομεύσουν την ανάκαμψη και την επίτευξη των μακροοικονομικών και των δημοσιονομικών στόχων.

Επιπλέον, θα καθυστερήσει την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή ακόμη χειρότερα θα αναστείλει εκ νέου την παροχή φθηνής χρηματοδότησης στις τράπεζες από την ΕΚΤ (waiver) εάν η διοίκησή της κρίνει ότι δεν υπάρχει πρόγραμμα μέχρι την εκ νέου έγκριση από τα Κοινοβούλια. Ετσι, οι τράπεζες θα πρέπει να επιστρέψουν στην ακριβότερη χρηματοδότηση από τον ELA της ΤτΕ. Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι μια προσωρινή λύση είναι να ολοκληρωθεί η τρέχουσα αξιολόγηση όπως και η πρώτη, δηλαδή χωρίς να προσυπογράφεται από το ΔΝΤ. Μια άλλη πηγή ανησυχίας για το οικονομικό επιτελείο είναι τι θα σημάνει ένα πρόγραμμα χωρίς το Ταμείο ως προς τα μέτρα, τους δημοσιονομικούς στόχους και την ελάφρυνση του χρέους. Η Αθήνα ήλπιζε ότι μέχρι το Eurogroup του Φεβρουαρίου θα ξεκαθάριζε, εκτός από τη συμμετοχή του ΔΝΤ, το θέμα των δημοσιονομικών στόχων από το 2018 και μετά.

Εάν η γερμανική Βουλή πρέπει να εγκρίνει ένα πρόγραμμα χωρίς το ΔΝΤ, θα δεχθεί άραγε να συνοδεύεται και με χαλάρωση των δημοσιονομικών στόχων, αναρωτιούνται κυβερνητικά στελέχη που εμπλέκονται στις διαπραγματεύσεις. Επισημαίνουν δε, ότι ο κ. Σόιμπλε στη συνέντευξή του τόνισε με έμφαση ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα πρέπει να διασφαλίσουν την τήρηση των συμφωνηθέντων. Σημειώνεται ότι το Βερολίνο έχει υποστηρίξει πως ο στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ θα πρέπει να διατηρηθεί για μια δεκαετία. Από την άλλη, υπενθυμίζουν ότι το Ταμείο μπορεί να εισηγείτο μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά εκτιμούσε ότι απαιτούντο περισσότερα μέτρα για την επίτευξή τους. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θεωρούν ότι το 3,5% του ΑΕΠ το 2018 επιτυγχάνεται με επιπλέον μέτρα της τάξης των 500 εκατ. ευρώ (κατά την ελληνική κυβέρνηση 180 εκατ. ευρώ είναι αρκετά). Βεβαίως, εάν η οικονομία εισέλθει εκ νέου σε περίοδο αβεβαιότητας, πιθανότατα οι Ευρωπαίοι θα ξανακάνουν τον λογαριασμό. Σε κάθε περίπτωση, στην κυβέρνηση θεωρούν ότι ο λογαριασμός θα είναι μικρότερος από τα 4,2 δισ. ευρώ και δεν θα περιλαμβάνει τα επώδυνα μέτρα που ζητεί να ψηφιστούν άμεσα το ΔΝΤ, δηλαδή τη μείωση του αφορολογήτου ορίου και των υφιστάμενων συντάξεων. Η Ευρωζώνη έχει αποδεχθεί τον αυτόματο μηχανισμό δημοσιονομικής διόρθωσης, τον λεγόμενο «κόφτη» δαπανών, ενώ η κυβέρνηση είναι έτοιμη να τον παρατείνει και μετά το πέρας του προγράμματος.

Με μια πρώτη ματιά το ποσό δεν προκαλεί «τρόμο». Η Ελλάδα θα πρέπει το 2017 να αποπληρώσει στους δανειστές κεφάλαια ύψους 11,3 δισ. ευρώ. Αν σκεφθεί κανείς ότι το εν λόγω νούμερο παλαιότερα ήταν πενταπλάσιο ή και μεγαλύτερο, είναι σαφές ότι δεν θα έπρεπε να φοβίζει κανέναν. Ωστόσο, η συγκυρία είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί εφησυχασμό στο οικονομικό επιτελείο. Αντιθέτως, όσο περνά ο καιρός και διαφαίνεται ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση της ολοκλήρωσης του ελέγχου τόσο επιστρέφουν οι εφιαλτικές μνήμες του 2015 στο υπουργείο Οικονομικών. Η σχετική άνεση που υπάρχει το πρώτο εξάμηνο, θα δώσει τη θέση της σε έναν «καυτό» Ιούλιο, καθώς από τα 11,3 δισ. ευρώ, θα πρέπει τον έβδομο μήνα του έτους να εξοφληθούν τα 6,3 δισ. ευρώ. Ποσό το οποίο σήμερα δεν υπάρχει στα κρατικά ταμεία και είναι απαραίτητη η εκταμίευσή του από τον μηχανισμό στήριξης. Και κατ’ επέκταση είναι απαραίτητο το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης εγκαίρως, αλλά και της τρίτης, εάν υποθέσει κανείς ότι μέχρι τον Μάρτιο θα έχει ολοκληρωθεί ο τρέχων έλεγχος. Για την ιστορία, το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων που θα πρέπει να αποπληρώσει φέτος η Ελλάδα (9,2 δισ. ευρώ από τα 11,3 δισ. ευρώ) θα κατευθυνθεί στους λεγόμενους «επίσημους πιστωτές». Δηλαδή, στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τα υπόλοιπα 2,1 δισ. αφορούν εξόφληση ομολόγων που εξέδωσε η Ελλάδα το 2014 και τα οποία έχουν ιδιώτες επενδυτές.

NO COMMENTS

Leave a Reply